Photobucket οδός ονείρων

To μάτι του Ορίζοντα

 



Ήταν μια μικρή όχθη που όλο κοιτούσε απέναντι.
Έβλεπε τα κύματα που έσκαγαν
στην πλάτη του μεγάλου λιμανιού
και ρωτούσε τα πλεούμενα να της πουν για πού τραβάνε
μα αυτά απασχολημένα δεν της έδιναν σημασία.
Μόνο φυσούσαν το μαύρο καπνό τους
σφύριζαν κι ένα αντίο και χάνονταν πίσω από το λιμάνι.
Μόνο ένα λευκό και φωταγωγημένο πλοίο
ο "Γυρισμός", την κοιτούσε λοξά
όποτε περνούσε από μπροστά της και αυτό ήταν όλο.

Μια μέρα, το πέλαγος βγήκε για λίγο στη μικρή όχθη
κι ακούμπησε ξεφυσώντας στον μπάρμπα βράχο
για να ξαποστάσει.Εκεί σιγά-σιγά το πήρε ο ύπνος
 κι αποκοιμήθηκε στα ρηχά.
Όταν ξύπνησε, κοίταξε γύρω και είπε:
τι ήσυχο μέρος ειν' αυτό !
Αμέσως όμως αναδεύτηκε και μάζεψε τους αφρούς του
για να φύγει. Τότε άκουσε τη μικρή όχθη να του μιλάει.
Που πας όταν φεύγεις, πέλαγο;

- Στα πέρα μέρη.
- Και πώς είναι τα πέρα μέρη;
- Μακρινά και βαθειά, είπε
και σήκωσε κύμα γιατί είχε καθυστερήσει
κι έπρεπε να φύγει.
- Αφού σου αρέσει εδώ γιατί δεν μένεις όσο θέλεις;
Θα γίνω εγώ πέλαγος κι εσύ μικρή όχθη.

Το πέλαγος συγκράτησε τα νερά του,
που σαν ατίθασα άλογα αναδεύονταν να φύγουν.
Δε θα ήταν κακή ιδέα να μείνω ακίνητο
για λίγες μέρες σκέφτηκε.
Έτσι θα μένω ξαπλωμένο εδώ στα ρηχά
και άμα βαρεθώ φεύγω.

- Καλά λοιπόν θα μείνω,
αλλά αν συναντήσεις το μάτι του ορίζοντα,
να γυρίσεις αμέσως πίσω,
αλλιώς θα σε κρατήσει δική του για πάντα,
μούγκρισε το πέλαγο κι ανατρίχιασαν τα φύκια.

Η μικρή όχθη συμφώνησε και παραχώρησε
τη θέση της στο πέλαγο που άρχισε να μαζεύεται,
να μικραίνει κι όλο να μικραίνει
γύρω από τον μπάρμπα βράχο,
ώσπου έγινε μικρή όχθη.
Ενοχλημένος ο μπάρμπα βράχος
έκανε μια αστεία γκριμάτσα
και ταράχτηκαν οι αχινοί.

Ένα ξύλινο βαρκάκι, ο Παντελής,
δεμένο πάντα στην μικρή όχθη,
κούνησε πάνω-κάτω την πλώρη του,
θα σε περιμένω. Το αδερφάκι της, ο γιαλός,
έστειλε κυματιστά φιλιά να την
ξεπροβοδίσουν από το μεγάλο λιμάνι.

Η μικρή όχθη έκανε αφρούς,
πήρε φόρα κι έδωσε μια βουτιά,
τόσο μεγάλη, που απλώθηκε, απλώθηκε,
πέρα από το λιμάνι
κι έγινε μεγάλη θάλασσα και πέλαγο βαθύ.
Ταξίδεψε παρέα με τους γλάρους
κι είχε αγκαλιά καράβια και φάλαινες.
Έπαιζε πετάγματα με δελφίνια
και τις νύχτες ξαπλωμένη μετρούσε τ' άστρα.
Αν τύχαινε κι έπεφτε κανένα στην αγκαλιά της,
γινόταν αστερίας και το κρατούσε για στολιδάκι.

Ένα βράδυ συνάντησε τον καπετάν Φούσκο
και τη Θαλασσιά τη χοντρή κυρά του.
Την καλωσόρισαν στο σπίτι τους
και της πρόσφεραν ανεμοβρόχια στον αφρό με καλαμάκι.
Η μικρή όχθη που δεν είχε ξαναδοκιμάσει
τέτοιο ωραίο αναψυκτικό ζήτησε κι άλλο
κι ευχαριστήθηκε τόσο που έκανε παλλήριες.
Αργότερα οι παλλήριες το μήνυσαν στον Φλοίσβο
κι αυτός στη θαλασσινή αύρα.
Η θαλασσινή αύρα το φύσηξε στο φίλο της τον Γαρμπή.

Ο Γαρμπής το σφύριξε στο Ζέφυρο κι αυτό ήτανε.
Όταν έμαθαν όλοι σε ουρανό και θάλασσα πόσο ωραία
πέρασε η μικρή όχθη στο σπίτι του καπετάν Φούσκου
και της Θαλασσιάς της χοντρής κυράς του,
ζήλεψαν και την προσκάλεσαν στο σπίτι τους
να της κάνουν το θαλασσινό τραπέζι.
Η μικρή όχθη δεν ήξερε που να πρωτοπάει.
Πρώτα επισκέφθηκε τον παππού γέρο-κατακλυσμό,
που την κέρασε φρέσκα ζεστά αστροπελέκια.

Η μικρή όχθη πέρασε αξέχαστα κι εκείνο το βράδυ.
Μια μέρα που έπαιζε πετάγματα με 7 δελφίνια,
ξεπρόβαλε ένα γοργονάκι που ήταν αγόρι, ο Σπλάτς,
όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά στο σπίτι του.
- Ο πατέρας μου ο Βυθός έχει δεξίωση
και σε προσκαλεί να τον επισκεφθείς
στο παρατέταρτο του μεσημεριού, είπε ο Σπλάτς.
- Καλά, είπε ντροπαλά η μικρή όχθη
και κοκκίνισε μαζί με τα κοκκινόψαρα
που μαζεύτηκαν γύρω της.
Στο παρατέταρτο του μεσημεριού,
η μικρή όχθη βρισκόταν στο κατώφλι του κυρίου Βυθού.
Αυτός μόλις την είδε άνοιξε μια τεράστια αχιβάδα
και την πέρασε μέσα. Οι νότες από ένα πιανόστρακο με ουρά
ανέβαιναν ψηλά και τις τσιμπούσαν τα μουσικόψαρα.

Δυο μουρμούρες ψαροτραγουδίστριες
μουρμούριζαν ένα σκοπό με μπουρμπουλήθρες.
Ο κύριος Βυθός σύστησε τη μικρή όχθη
στους αξιότιμους καλεσμένους του.
Στην κυρία Μεσόγειο που φορούσε
μια μακριά γαλάζια θάλασσα γεμάτη θησαυρούς!
Στο Αιγαίο πέλαγος που φορούσε όλα τα νησιά!
Στο Λιβυκό πέλαγος που φορούσε την Κρήτη!
Και στον παππού Ωκεανό που φορούσε ναυάγια!
Η μικρή όχθη έφαγε κι ήπιε σπουδαίες θαλασσινές ιστορίες
κι αφού χόρτασε, ευχαρίστησε τον κύριο Βυθό
και χαιρέτισε όλους τους καλεσμένους.
Το γοργονάκι, ο Σπλάτς, ήρθε για να τη συνοδεύσει ως επάνω.
Κρατήθηκε από την ουρά του και ωωπ!
ανέβηκε αμέσως στην επιφάνεια.

Η μικρή όχθη για να ευχαριστήσει τον Σπλάτς,
έβγαλε και του χάρισε το πιο γλυκό της όνειρο.
Είχε βραδυάσει πια όταν είδε από μακριά
ένα μαυροκάραβο κατσουφιασμένο.
- Για πού τραβάς καράβι-μαυροκάραβο;
- Στα πέρα μέρη και βιάζομαι,
είπε αυτό και φύσηξε τον μαύρο καπνό του.
- Να σ'ακολουθήσω, να δω κι εγώ τα πέρα μέρη;
- Βιάζομαι, βιάζομαι, σφύριξε τη τζιμινιέρα του αυτό.

Η μικρή όχθη ακολούθησε το μαυροκάραβο
και γνώρισε τα πέρα μέρη.
Όμως δεν μπορούσε άλλο τα ξένα.
Άφησε το μαυροκάραβο και είπε, "
καιρός να επιστρέψω πια στην πατρίδα".

Η μικρή όχθη είχε επιθυμήσει
τον μπάρμπα βράχο και το βαρκάκι της τον Παντελή
και της έλειπε το αδερφάκι της ο γιαλός.
Στη μέση του πουθενά όπως κοιτούσε ολόγυρα,
διέκρινε κάπου μακριά ένα βράχο.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω απ' αυτόν
κι είχε πάνω του μια σπηλιά απ' όπου έβγαινε καπνός.
Μια και δυο έφτασε κοντά του και αποκαμωμένη πια
από τόσα ταξίδια έγειρε πάνω του και αποκοιμήθηκε.
Όταν ξύπνησε είδε μπροστά της ένα πλοίο
γεμάτο επιβάτες που στέκονταν στην κουπαστή.
Την έδειχναν και τη φωτογράφιζαν.
Το πλοίο αυτό το έβλεπε συχνά στην πατρίδα της.
Ήταν ο "Γυρισμός",
το λευκό και φωταγωγημένο πλοίο
που την κοιτούσε πάντα λοξά.
Έτσι και τώρα, την κοιτούσε λοξά
καθώς περνούσε από μπροστά της.

Η μικρή όχθη έκανε να βουτήξει για να το φτάσει
και να το ακολουθήσει μέχρι την πατρίδα.
Μα όσο κι αν προσπαθούσε,
δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τον βράχο.
Είχε γίνει μια μικρή όχθη επάνω του.
Από το κατάστρωμα του "Γυρισμού",
ακούστηκε μια φωνή.

"Αυτή τη στιγμή περνάμε από το Μάτι του Ορίζοντα...".


Δημήτρης Κάσσαρης





AERIKO

Ερωτικό

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ' άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ' στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ' το παραθυρό σου

Το πρόσωπο  μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή  Nύχτα

 

 

Μάνος Χατζιδάκις

 

 

 

AERIKO


Business or Individual in need of a Twitter Makeover? Custom Twitter Backgrounds
MySpaceLayouts