Απόψε απλά μέθυσα με τον ηχο της βροχής..
Μετά σαν μικρό σπουργίτι κούρνιασα
στην αγκαλιά σου κι απο εκει αρχισα να τραγουδώ
για όλα αυτά που δεν χωρούν σε λέξεις
παρα μονο σε μυρωμένες στιγμές.
Όλα δικά σου μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου.
Πως να κυλήσω και τούτη τη νύχτα; Ένας Σίσυφος έχω γίνει. Ένας Σίσυφος που σπρώχνει τη νύχτα μα κείνη δεν προχωρεί.
Είναι γιατί της έχουν δεμένα τα σφυρά με μολύβια του βαρυποινίτη.
Οι μέρες πνίγηκαν στη Δύση πίσω απ'τους όγκους των βουνών πού'φραξαν το πέρασμα του ήλιου μην τύχει κι έρθει και σ'εμέ το Σίσυφο και μου χαιδέψει τα μαλλιά μη μου πεί Καλημέρα.
Χρόνια ρωτούσα...γιατί; Γιατί σε μένα αυτή η τιμωρία; Μα σήμερα το βρήκα. Ο Λόγος είναι που σαν ήμουνα παιδάκι ζωγράφιζα περιστέρια με λυτά φτερά.
Mια μέρα, στα καλά καθούμενα (αλήθεια, πως τους ήρθε;) τα δέντρα αποφάσισαν ότι τους χρειαζόταν κάποια ανώτερη αρχή. Τίποτε δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους. Τίποτε δεν διεκδικούσαν το ένα απο το άλλο.Συναλλαγές που ήσαν πάντα καθαρές και τίμιες, είχανε μόνο με το χώμα, τη βροχή και τον ήλιο.Τι στην ευχή τη θέλανε λοιπόν αυτην την ανώτερη αρχή, αυτήν την εξουσία πάνω απ'τα κεφάλια τους; Ένιωθαν άραγε κάποια ανασφάλεια; Είχανε τάχα έμφυτη κάποιαν ανάγκη για αφοσίωση και υποταγή; Ποιός ξέρει; Ποιός θα μπορούσε των δέντρων τη σκέψη να διαβάσει; Τέλος πάντων, όπως και νά'χει το πράγμα τα δέντρα ήσαν αποφασισμένα να υποταχθούν σε ένα σκήπτρο.Ξεκίνησαν, λοιπόν, απ'την ελιά, κι αφού υποκλίθηκαν σεβαστικά μπροστά της της πρότειναν βασίλισσα τους να τη χρίσουν.
Η ελιά, σαν άκουσε την πρόταση τους,τίναξε με τσαχπινιά τ'ασημοπράσινα μαλλιά της στον αέρα και τους είπε: Ελάτε, ρε παιδιά, στα σύγκαλα σας! Θα παρατήσω εγω το λάδι μου, που το τιμούν ανθρώποι και θεοί, βασίλισσα των δέντρων να γίνω; Χτυπήστε άλλη πόρτα.!
Και τα δέντρα χτυπήσανε την πόρτα της συκιάς. κι αφού κι αυτή τα άκουσε, την πιάσανε τα γέλια και τους είπε: Δεν είμαστε καλά...Θ'αφήσω εγω τη γλύκα των καρπών μου, που τέρπει ανθρώπους και θεούς, για να λυγιέμαι και να σειέμαι σαν βασίλισσα πάνω απο τ'άλλα δέντρα; Χτυπήστε άλλη πόρτα.!
Και χτύπησαν τα δέντρα του κλήματος την πόρτα. Έλ'αδερφέ, του είπανε, να γίνεις βασιλιάς μας, κι εμείς για σε θα κάνουμε τούμπες και κωλοτούμπες.
Αδέρφια, για συνέλθετε! τους αποκρίθηκε. Θα παρατήσω εγω τα σταφυλάκια μου και το κρασί μου, που ευφραίνουνε ανθρώπους και θεούς, για να μου κάνετε εσείς τούμπες και κωλοτούμπες; Κρασί σας δίνω όσο θέλετε αλλα μακριά απο μένα η βασιλεία. Πιείτε μια κούπα φίλοι μου, και θα με θυμηθείτε. θα νιώσετε οι ίδιοι βασιλιάδες.
Είδαν κι αποείδανε τα δέντρα και, χωρίς να πιούνε το κρασί του κλήματος, έτσι όπως είτανε, ξενέρωτα, προστρέξανε στην αγκαθιά.
Αγκαθιά, κυρ αγκαθιά, της είπανε, νιώθουμε απροστάτευτα, χαμένα κάτω απ'αυτόν τον άδειο ουρανό. 'Ελα, σε ικετεύουμε, βασίλισσα να γίνεις, και προστάτισσα μας. Η αγκαθιά τα κοίταξε με λύπηση, σα να'ταν παλαβά, κι έτσι τους μίλησε: Aκούστε εγώ, μετα χαράς βασίλισσα σας γίνομαι, αλλά, για να σας προστατεύσω απο τον άδειο ουρανό, πρέπει πολύ μικρά να γίνετε και κάτω απο τ'αγκάθια μου να μπείτε.Εγω να ψηλώσω δεν μπορώ, αδυνατώ.Η προστασία βέβαια, αυτή, προσέξτε με, κοστίζει πόνο και αίμα. Αποφασίστε.
Τα δέντρα ακούσανε ανατριχιάζοντας τα λόγια της και, τρομοκρατημένα, πισωπάτησαν κι αρχίσαν, μεταξύ τους, ψιθυριστά να διαβουλεύονται. Η διαβούλευση αυτή κράτησε ώρα αρκετή κι όταν τελείωσε, η κουτσουπιά, η θαρραλέα της παρέας, πλησίασε την αγκαθιά και είπε: Aγκαθιά κυρ-αγκαθιά συμπάθα μας, αλλά η ολομέλεια αποφάσισε ότι καλά είμαστε κι έτσι. Αν κοστίζει ακριβά η προστασία, καλύτερα να μείνουμε απροστάτευτα. Με το συμπαθιο ε;
Mπά τι λέτε; είπε η αγκαθιά, με ένα πονηρό χαμογελάκι. Έτσι απαλλάσομαι κι εγώ απ'όλη αυτήν τη γραφειοκρατία.Να διατηρώ Αυλή, αυλικούς, τζουτζέδες, αυλοκόλακες.. ξέρετε τώρα... Καλά είμαι όπως είμαι. Μού φτάνει η έγνοια για τ'άγκάθια μου.
Τα δέντρα υποκλίθηκαν βαθιά, ως παρ'ολίγον υπήκοοι, μαζέψανε τις ρίζες τους και αποχώρησαν θλιμμένα.Όμως, εκεί που βάδιζαν, αμίλητα, σκυφτά, έκανε στάση, ξαφνικά, η θαρραλέα κουτσουπιά και αναφώνησε: Μα για σταθείτε, ρε παιδια.Τι μούτρα είναι αυτά; Που πάμε; Σε κηδεία; Eγω τη μαύρη μου αλήθεια για να πώ δεν τη γουστάρω και πολύ τη βασιλεία, κι αν σας ακολούθησα, ήταν για να μην πείτε πως είμαι διασπαστική. Λέω, λοιπόν, να τα ξεχάσουμε ολ'αυτά και να κάνουμε ακόμη μια επίσκεψη στον φίλο μας, το κλήμα, να μας κεράσει ένα κρασί, ν'αλλάξουμε λιγάκι κλίμα.
Έτσι κι έγινε.Τα δέντρα συγκεντρώθηκαν γύρω απ'το κλήμα, που πρόθυμα τα κέρασε κι ένα και δύο και περισσότερα απο δυό ποτήρια. Ήτανε δειλινό, σαν έφτασαν εκεί, κι ώσπου να πιούν τα περισσότερα απο δυο ποτήρια, νύχτωσε, και ξαφνικά, η μηλιά, που μέχρι τότε έπινε αμίλητη, κοίταξε ψηλά, και φώναξε, με μιλιά λιγάκι αλλοιωμένη: Kοιτάκθτε, αδέρφια, κοιτακθτε!! Ο ουρανόθ δεν είναι πια κενόθ, δεν είναι άδειοθ, είναι γεμάτοθ άθτρα!! Ποτέ δεν έχω κθαναδεί τόθα άθτρα.!!
Κι έλεγε την αλήθεια, γιατί, ως γνωστόν, το κρασί έχει την ικανότητα να πολλαπαλασιάζει τα άστρα και να σε κάνει να νιώθεις βασιλιάς τους.Ναί, βασιλιάς των άστρων.
Επιμύθιο Ι: Πρίν σκύψεις, σκέψου.
Επιμύθιο ΙΙ: Άν θέλεις βασιλιά, ντε και καλά, γίνε υπήκοος του εαυτού σου.
Αυτό που μέσα μου ψάχνει κοιτάσματα αυτό που μέσα μου χτίζει κελιά αυτό που γλυστρά σα φίδι και χάνεται αυτό που κλέβει απ' τους θεούς τη φωτιά.
Αυτό που αφήνεται σαν φύλλο στον άνεμο αυτό που βουλιάζει βαρύ σαν οργή αυτό που δροσίζεται απ' την αύρα του σύμπαντος που κοιμάται σαν γέρος και ξυπνάει σαν παιδί.
Αυτό που ματώνει τη μύτη του παίζοντας αυτό που σα σκόνη αιωρείται στο φως αυτό που διαλέγει τις μέρες που θα 'ρθουνε που την ίδια ώρα είναι φίλος κι εχθρός.
Αυτό που γεννήθηκε πριν χρόνια αμνημόνευτα αυτό που σκιάζει του νου τις αυλές αυτό που γίνεται στάχυα την άνοιξη και το χειμώνα άδειες χελιδονοφωλιές.
Αυτό που μιλά και μιλιά δεν ακούγεται αυτό που σωπαίνει και μου παίρνει τ' αυτιά αυτό που γλυκά το ταΐζω παινέματα που τα βάζει στη γλώσσα του και τα φτύνει μετά.
Αυτό που με ξέρει σαν κάλπικο νόμισμα αυτό που δεν ξέρω να περιγράψω σωστά αυτό που δεν ξέρεις εσύ που μ' αγάπησες αυτό μου ζητάει να τραγουδήσω ξανά.
ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΑΝΑΣΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ σε όλους τους αιθεροβάμωνες
νυχτερινούς κι αμετανόητους εραστές της ποίησης και
των αστεριών. Σας ευχαριστώ που είστε μαζί μου εδώ.
Φθινόπωρο με τα χρυσά χέρια. Χρυσόσκονη σκορπούν τα χέρια σου στο δρόμο. Γύρισες πίσω στα παλιά έρημα τοπία. Τυλιγμένο το κορμί σου απ' όλους τους ανέμους απ' όλους τους αιώνες.
Φθινόπωρο με τα χρυσά χέρια με το τραγούδι της θάλασσας να αντηχεί στο ατέλειωτο στήθος σου χωρίς στάχυα ή αγκάθια που να μπορούν να πληγώσουν το αύριο με την αυγή που μουσκεύει τον ουρανό της στα λουλούδια του κρασιού για να δώσει χαρά σ' όποιον ξέρει να ζήσει, ήρθες ξανά.
Με τον καπνό και τον άνεμο και το τραγούδι και το κύμα που αναδευόταν στην μεγάλη φλεγόμενη καρδιά σου.
Σ'Αγαπω γιατί μου εκφράζεις ανοιχτά τα συναισθήματα σου. Σ'Αγαπω για όλη την υπέροχη σοφία που φέρνεις στη σχέση μας. Σ'Αγαπω για το συναίσθημα της παραδοχής που παίρνω όταν μου χαμογελάς. Σ'Αγαπώ για τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τον πόνο σου χωρίς να λυπάσαι τον εαυτό σου. Σ'Αγαπω γιατί αγαπάς αυτό που είσαι. Σ'Αγαπώ για την κατανόηση που δείχνεις σε όσους υποφέρουν. Σ'Αγαπώ γιατί χαίρεσαι μ'όσους χαίρονται. Σ'Αγαπώ όταν νιώθω ότι εισαι μόνος κι όταν κοιτάς το Θεό. Σ'Αγαπώ καθώς σε βλέπω ν'αντιμετωπίζεις τη ζωή με θάρρος και καρτερία. Σ'Αγαπώ όταν αντιλαμβάνεσαι και καταλαβαίνεις τις μελαγχολικές στιγμές μου. Σ'Αγαπώ για την αφοσίωση που μου δείχνεις όταν έχω ανάγκη την υποστήριξη σου. Σ'Αγαπώ για την προθυμία σου να με συγχωρείς όταν έχω κάνει λάθος. Σ'Αγαπώ για την σταθερότητα σου όταν εκνευρίζομαι. Σ'Αγαπώ που μου ζητάς συγνώμη όταν μ'έχεις πληγώσει. Σ'Αγαπώ για την ζεστασιά και την τρυφερότητα που μου δείχνεις. Σ'Αγαπώ γιατί είσαι ένα πνεύμα ελεύθερο και δέχεσαι τις αδυναμίες μου. Σ'Αγαπώ που φυλάς τα μυστικά που έκλεισα στην ψυχή σου. Σ'Αγαπώ που με κάνεις να αισθάνομαι σημαντική. Σ'Αγαπώ που μ'ακούς προσεκτικά όταν σου λέω ποιά είμαι. Σ'Αγαπώ όταν γελάς και εκφράζεσαι μ'ένα ζεστό άγγιγμα παραδοχής. Σ'Αγαπώ για την προθυμία σου να είσαι ο καλύτερος μου φίλος. Σ'Αγαπώ που μου δίνεις μια πρόγνωση της χαράς της αιωνιότητας.
Κάθε έργο τέχνης και μια αιώνια εκπνοή. Εμείς μόνο να την εισπνεύσουμε μπορούμε. Αυτή παραμένει αναλλοίωτη. Εμείς μαθητεύουμε στα έσχατα.
Ένας χρυσός κόκκος άμμου είναι στην απέραντη αμμουδιά της ψυχής το Πολύ.Χάνεται και φανερώνεται καθώς τα βήματα της ζωής ανακατώνουν την άμμο με τις σκόνες,τα σκουπίδια,τα κοφτερά γυαλιά και τ'αποτσίγαρα. Εκεί που ανοίγουν γούβες τα παιδιά γυρεύοντας το θησαυρό θα το βρίσκουν.Τα παιδιά πάντα θα βρίσκουν το Πολύ στο παιχνίδι τους. Κι εσύ που ήσουν μόνο ένα κανάλι που σε διέτρεξε μένεις άδειο.Πιο άδειο απο ποτέ.Πιο άδειο απ'τον καθέναν. Εσυ που ήσουν μόνο ένας δρόμος για να σε περπατήσει μένεις έρημος.Πιο έρημος απο ποτέ.Απ'τον καθέναν. Πιο σιωπηλός.Πιο μόνος.Πιο γυμνός.
Με μια μνήμη χνάρι στο είναι σου πατημασιά. Πως αξιώθηκες.
Τώρα που ο κόσμος τρύπησε Κι απ'την πληγή του στάζει ο καιρός Με σκοτάδι ξεδιψάει τη νύστα.
Και όσοι μίλησαν και όσοι σώπασαν Και όσοι ανέβηκαν στο πιο ψηλό κλαδί Και όσοι αφέθηκαν Και όσοι ανοίξαν την καρδιά τους και όσοι έριξαν Μέσα στη στέρνα της χαλίκια ώσπου στέρεψαν Και όσοι χύσανε ποτάμια και όσοι έστρωσαν Κάτω απ'τον ίσκιο τους και ονειρεύτηκαν Και όσοι μπήκαν στα βιβλία και όσοι σκόρπισαν Χωρίς φειδώ χωρίς την έγνοια του επερχόμενου Χωρίς το φόβο πως μπορεί να φοβηθούν.
Το ρέμα της αλήθειας χύνεται ανάμεσα απ'τ'αυλάκια των σφαλμάτων. Ζούμε στον κόσμο τούτο,όταν τον αγαπούμε. Με την προοπτική της καρδιάς η απόσταση φαίνεται κατά πλάτος.