"Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική" και την ψυχή καθάρια.Ότι με πόνεσε πολύ πήρε το δρόμο της συγχώρεσης μα και της λήθης μέσα απο μικρές λεπτές στιγμές εκφρασμένες με ποίηση σ'αυτο εδω το ιστολόγιο. Η ερημιά της ερημίας μου δεν ζητιανεύει τη χαρά, και οι μικροί πικροί προσωπικοί μου θάνατοι αυτοί με οδηγούν στο φώς. Δεν διαπραγματεύομαι τα απότομα σκαλιά που συναντώ..απλά τα ανεβαίνω.Κάθε σκαλί και μια απώλεια.Ψυχές που πατάνε στο εσύ για ν'ανυψώσουν το λειψό Εγώ τους μοιραία δεν μπορούν ν'ακολουθήσουν. Αγαπώ τις σιωπές μου..γελώ συχνά με τον εαυτό μου κι αυτοσαρκαζόμενη ξεδιψώ μόνο με ΛέξειςΞεχασμένες όπου και αν τις συναντώ.Λέξεις ΠολύτιμεςΛέξεις Παράθυρα Λέξεις ΚαρφιάΛέξεις Δυσεύρετες Λέξεις ΠανάκριβεςΛέξεις Πετάγματα Λέξεις ΧαμόγελαΛέξεις Ανάσες Λέξεις Ψυχής. Κι όπως λέει ο Χρήστος Λορέντζος ΑΡΝΟΥΜΑΙ να χορτάσω.! Να μοιραστώ Και να πεινάω πάντα Για ότι ελευθερώνει Και να ταίζω θέλω Πεινασμένα περιστέρια απο το πιάτο μου.
Γιατί κι εμείς, ανέστιοι οφείλουμε Να περιθάλψουμε τόση θλίψη Απ'το υστέρημα της καρδιάς μας Έτσι,για να κρατάμε ζωντανή την αλήθεια της ελεύθερης βούλησης μας.
Κάποιοι δεν είδαμε ποτέ καθαρά το τοπίο που θα επιθυμούσαμε να ριζώσουμε. Ξέρουμε όμως πως υπάρχει.Και τ'ονειρευόμαστε. Ωστόσο, ζούμε σαν νομάδες. Με τ'όνειρο πάντα μιας ακαθόριστης επιστροφης.
Όλοι εμείς που σκάβουμε με τα νύχια μας τον ουρανό ώρα μεσάνυχτα,για να φωνάζουμε στον ήλιο φτού ξελευτερία.
Όλοι εμεις που δραπετεύουμε απ'το φεγγίτη της οδύνης για να φιλήσουμε στο στόμα τη χαρά.
Όλοι εμείς που μαλώσαμε στη μοιρασιά των άστρων.
Που δε συναντήσαμε ποτέ κανέναν στο δρόμο μας για να μας δώσει πληροφορίες, κατα που πέφτει η σιγουριά.
Όλοι εμείς,που όταν βρεθούμε κάτω απο ερείπια διώχνουμε με χαμόγελο τους διασώστες.
Όλοι εμείς,που ψάξαμε στ'αζήτητα να βρούμε τα στολίδια της ψυχής μας.
Όλοι εμείς οι σιωπηλοί παραβάτες μιας υπόσχεσης μάταιης.
Όλοι εμείς που παραπλανήσαμε τους ανέμους που ξελογιάσαμε τις ελπίδες.
Όλοι εμείς που ερωτευτήκαμε ότι μας αφάνιζε. Όλοι εμείς οι αφρούρητοι που δεν είχαμε ποτέ ένα άλλοθι για τα λάθη μας.
Όλοι εμείς οι αντιρρησίες της παρηγοριάς.
Όλοι εμείς είμαστε μπάσταρδα του Θεού.
Ακόμα κι αν φοβήθηκε να μας αναγνωρίσει ένα είναι το σίγουρο. Μας έχει αδυναμία.Να το ξέρετε.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε χρόνια χαλεπά και ερμαφρόδιτα, γεννήθηκε ένα καστανό κοριτσάκι που το λέγανε Φιλία. Κι ήταν φρέσκια και αδοκίμαστη. Ο μπαμπάς και η μαμά του πολύ χάρηκαν που απέκτησαν μια κοπελίτσα με φωτεινά μάτια και λακάκια στα μάγουλα. Το έβγαζαν λοιπόν βόλτα το πήγαιναν στις εκθέσεις βιβλίου, το τάιζαν σουβλάκια με πίτα από τον «Θανάση» και ο ήλιος ζέσταινε ακόμα και τις πιο παγωμένες μέρες.Η Φιλία μεγάλωνε κι έβγαζε ρίζες και κλαδάκια, κι είχε όμορφα χέρια με μακριά δάχτυλα και ένα κληρονομικό ταλέντο στην αγάπη και την τρυφερότητα. Κι είχε μεγάλες φιλοδοξίες η Φιλία ήθελε να γίνει καλλιτέχνης να βγει στο τσίρκο Medrano, να κάνει τους ανθρώπους να γελούν να είναι ευτυχισμένοι. Καθημερινά λοιπόν έκανε προπόνηση πήγαινε στο γυμναστήριο της «Καλής Χαράς» κι έτρεχε στους διαδρόμους της ελπίδας, σήκωνε τα βάρη της ζωής, ίδρωνε, ξείδρωνε, αλλά κρατούσε την φόρμα της και δεν άφηνε την μιζέρια να συσσωρεύεται στην ψυχή της. Όλοι είχαν να λένε για τα ακροβατικά της γέλια και για τις κωλοτούμπες του χαμόγελου. Και ο αρχικλόουν του τσίρκου την περίμενε να μεγαλώσει πως και πως για να την πάρει μαζί του στις περιοδείες. Η μαμά κι ο μπαμπάς φούσκωναν από περηφάνια και κάθε βράδυ της διάβαζαν ποίηση και της υπόσχονταν ότι οι ηλιόλουστες μέρες θα κράταγαν για πάντα. Ομως, όπως σε όλα τα αξιοπρεπή παραμύθια, τα καλά πράγματα κρατάνε λίγο.
Ο μπαμπάς και η μαμά άρχισαν να τσακώνονται να φωνάζουν ο ένας στον άλλο, να κρατάνε μούτρα. Και η Φιλία τρόμαζε, άνοιγε τα μεγάλα της μάτια γεμάτα απορία και πήγαινε και κρυβόταν στις σκοτεινές μεριές του σπιτιού. Μαζί της κρύβονταν και τα χαμόγελα της λιακάδας και τα πολύχρωμα χαρτάκια της καλημέρας και τα ασπρόμαυρα φωτογραφικά φιλμάκια. Κι έμενε το σπίτι χωρίς τις αστραπές του φλας. Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν φαίνεται πολύ σοβαρές διαφορές μεταξύ τους και στην ιστορία μπήκε ξαφνικά κι ένα άλλο πρόσωπο φάντασμα που στοίχειωνε το σπίτι και που το έλεγαν ο Φαύλος Κύκλος της λαγνείας. Αυτός ο Φαύλος Κύκλος λοιπόν πολύ την φόβιζε την Φιλία γιατί πάντα ήταν παρών στους καβγάδες αλλά εκείνη δεν τον είχε δει ποτέ της. Και σταμάτησε η Φιλία να πηγαίνει στο γυμναστήριο ξέχασε πως γίνονταν τα εναέρια κόλπα της ξενοιασιάς λησμόνησε τις φώκιες που πλατσούριζαν στην μπανιέρα της ατάιστες κι εκείνες ψόφησαν, κι όταν μια μέρα πήγε στο τσίρκο να κάνει πρόβα σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στην αρένα της διασκέδασης και ο αρχικλόουν την έδιωξε με τις κλωτσιές.
Και ο Φαύλος Κύκλος δεν έφευγε τώρα πια από το σπίτι είχε θρονιαστεί μπροστά στο στο ψυγείο, είχε κάνει κατάληψη της τηλεφωνικής συσκευής και δεν έλεγε να ξεκολήσει. Πάνε πια οι σοκολάτες της απόλαυσης, πάνε και οι κρεμ καραμελέ της συμφιλίωσης, πάνε και τα απογευματινά παγωτά πάνε και τα τηλεφωνήματα της καληνύχτας. Πάνε όλα.
Και μαράζωνε η Φιλία και θόλωναν τα φωτεινά της μάτια. Κι όλο παρέα με μια άλλη κοπελίτσα με σκοτεινά μάτια και μαύρα μαλλιά, έκανε. Μια κοπελίτσα που αγαπούσε τις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες και τα σκονισμένα βιβλία ρομαντικών ποιητών και που όλο έκλαιγε. Μια κοπελίτσα που την έλεγαν Θλίψη.
Μια μέρα λοιπόν ο μπαμπάς και η μαμά πολύ θύμωσαν ο ένας με τον άλλο, και βγήκαν από το συρτάρι όπου βρίσκονταν κρυμένα τα μαχαίρια της χυδαιότητας και τα περίστροφα της σκληρότητας κι άρχισε ο πόλεμος. Κι έγινε το σπίτι πεδίο μάχης. Κι έσπαγαν οι παλιές πορσελάνινες αναμνήσεις και μουτζουρώνονταν τα ήρεμα βράδια της χαλάρωσης και του χαζέματος και σκιζόταν σε μικρά κομματάκια τα ακριβά υφάσματα της αγάπης και της τρυφερότητας και σφύριζαν μέσα στο σαλόνι τα πικρά λόγια της προσβολής και έσκαγαν σαν βαρελότα τα κακά παράπονα. Και γενικά γινόταν ο χαμός. Κι έπρεπε να παρθεί μια απόφαση. Μια απόφαση οριστική και αμετάκλητη. Σ' αυτό το σπίτι δεν χώραγαν όλοι.
Ετσι πήρε η μαμά τον Φαύλο Κύκλο και ο μπαμπάς την Φιλία και τράβηξαν ο καθένας τον δρόμο του. Ομως το κοριτσάκι με τα φωτεινά μάτια ήταν πια πολύ δυστυχισμένο. Ότι κι αν έκανε η θλίψη, η Φιλία δεν χαμογελούσε ποτέ πια και οι χαρταετοί με τις ζωηρόχρωμες ουρές δεν μπορούσαν πια να σηκωθούν και να πετάξουν. Κι οι βροχερές μέρες έμπαιναν συνέχεια στην καρδιά της και της έκαναν μούσκεμα τα μάτια.
Πάει και η καριέρα στο τσίρκο, πάει και ο γύρος του κόσμου και οι ευτυχισμένοι άνθρωποι και τα κόκκινα χορευτικά παπούτσια και οι αριστοτεχνικές φιγούρες πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Το μεγάλο, το φοβερό και τρομερό μυστικό όμως, εκείνο που χρωμάτιζε με μαύρο μελάνι τις μέρες της Φιλίας,της το είπε ο αρχικλόουν του τσίρκου μια μέρα που εκείνη πήγε να τον δεί. Της είπε λοιπόν ότι αυτή, η Φιλία, και ο Φαύλος Κύκλος ήταν δίδυμοι πλανήτες, δίδυμα Φεγγάρια που λένε, και είχαν τον ίδιο Ηλιο. Τώρα λοιπόν που ο Φαύλος Κύκλος μετανάστευσε σε άλλο ουρανό, και η Φιλία σε άλλο, ο Ηλιος τους συρρικνώθηκε κι έσβησε, και δεν μπορούν πια να εμφανίζονται οι φωτογραφίες των ευτυχισμένων ανθρώπων στον σκοτεινό θάλαμο και να πηγαίνουν βόλτα στην θάλασσα. Της είπε λοιπόν ο αρχικλόουν ότι έπρεπε να το πάρει απόφαση και να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό. Ηταν ένα απόγευμα Παρασκευής. Μιας Παρασκευής του χειμώνα, όταν ανέβηκε λοιπόν η Φιλία στην ταράτσα του ουρανοξύστη της γειτονιάς της,κόλησε στους ώμους ασπρόμαυρες σαίτες που είχε φτιάξει από τις σελίδες των βιβλίων των αγαπημένων της ποιητών, έβαλε τα μαύρα της γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας, κάθησε άκρη-άκρη στο κάγκελο και περίμενε τον άνεμο νάρθει και να την πάρει. Και ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή από την άλλη άκρη της ταράτσας. Ηταν ο Φαύλος Κύκλος που εμφανίστηκε από το πουθενά και φώναζε μέχρι που κουράστηκαν τα πνευμόνια του. «Αστο πάνω μου! Αστο πάνω μου! Αστo πάνω μου!». Η Φιλία δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει. Τι να αφήσει επάνω του; Ετσι κι αλλιώς εκείνη δεν είχε κανένα έλεγχο ποτέ. Ολα τα άφηνε πάνω στους άλλους. Κι όταν εκείνοι έφευγαν τα έπαιρναν όλα μαζί τους. Κι ο Ηλιος βασίλευε και η Παρασκευή περνούσε σιγά-σιγά και ο Φαύλος Κύκλος φώναζε από την άλλη άκρη της ταράτσας, αλλά δεν ερχόταν και πιο κοντά της. Κι ύστερα ήρθε ο άνεμος. Φύσηξε ξαφνικά μια ριψοκίνδυνη ριπή αέρα και οι σαίτες από τα αγαπημένα ποιήματα απογειώθηκαν και την πήραν μαζί τους. Τώρα πια μόνον οι ποιητές των αγαπημένων ποιημάτων την βλέπουν καμιά φορά στους πιο τρελούς τους εφιάλτες.
Αυτό που μέσα μου ψάχνει κοιτάσματα αυτό που μέσα μου χτίζει κελιά αυτό που γλυστρά σα φίδι και χάνεται αυτό που κλέβει απ' τους θεούς τη φωτιά.
Αυτό που αφήνεται σαν φύλλο στον άνεμο αυτό που βουλιάζει βαρύ σαν οργή αυτό που δροσίζεται απ' την αύρα του σύμπαντος που κοιμάται σαν γέρος και ξυπνάει σαν παιδί.
Αυτό που ματώνει τη μύτη του παίζοντας αυτό που σα σκόνη αιωρείται στο φως αυτό που διαλέγει τις μέρες που θα 'ρθουνε που την ίδια ώρα είναι φίλος κι εχθρός.
Αυτό που γεννήθηκε πριν χρόνια αμνημόνευτα αυτό που σκιάζει του νου τις αυλές αυτό που γίνεται στάχυα την άνοιξη και το χειμώνα άδειες χελιδονοφωλιές.
Αυτό που μιλά και μιλιά δεν ακούγεται αυτό που σωπαίνει και μου παίρνει τ' αυτιά αυτό που γλυκά το ταΐζω παινέματα που τα βάζει στη γλώσσα του και τα φτύνει μετά.
Αυτό που με ξέρει σαν κάλπικο νόμισμα αυτό που δεν ξέρω να περιγράψω σωστά αυτό που δεν ξέρεις εσύ που μ' αγάπησες αυτό μου ζητάει να τραγουδήσω ξανά.
ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΑΝΑΣΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ σε όλους τους αιθεροβάμωνες
νυχτερινούς κι αμετανόητους εραστές της ποίησης και
των αστεριών. Σας ευχαριστώ που είστε μαζί μου εδώ.
Μέσα στη δίνη της άχρωμης καθημερινότητας στη στυγνή και άνοστη πραγματικότητα αναζητούμε της ζωής το χαμένο νόημα και κανείς μας δεν καταλαβαίνει το λάθος. Μπλεγμένοι στους αραχνοϊστούς των ψευδαισθήσεων δε βλέπουμε την έξοδο για το πέταγμα στα ουσιώδη.
Θαμπώθηκαν τα μάτια μας απ΄τη μαγεία της γνώσης και από την επανάσταση της τεχνολογίας. Στον τωρινό κόσμο της αχαλίνωτης εξωστρέφειας του προσωπικού απομονωτισμού , της μοναξιάς, του ανταγωνισμού, της ταχύτητας, του άγχους, της ανασφάλειας, του ατομισμού, της φοβίας και του υπερκαταναλωτισμού, στη σημερινή σύγχρονη εποχή της σύγχυσης, της αντίφασης, της πλήρους σύγχυσης, της ακατάληκτης φλυαρίας και της πλάνης, χάθηκε το αληθινό νόημα της ζωής, η βαθύτερη σημασία της υπάρξεως, αλλά προπαντός η προσπάθεια και ο αγώνας αναζήτησης αυτών. Την εσωστρέφεια, την αντιλαμβανόμαστε ως παθολογική κατάσταση και την αντιμετωπίζουμε ως νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο. Την αυτοκριτική, τη διαγράψαμε απ΄το λεξιλόγιό μας, ενώ τον αυτοέλεγχο και την αυτογνωσία τις αναγάγαμε σε πρακτικές και θεωρίες ανατολικής έμπνευσης φιλοσοφίας κυρίως!!
Τώρα πια στις σεληνόφωτες νύχτες είμαστε άδειοι στις ρόδινες χαραυγές και στα δειλινά μοναχικοί. Μέσα στην ανακατωσούρα του μυαλού και της ψυχής στη δυσαρμονία σκέψεων και αλόγιστων πράξεων δεν βυθιζόμαστε στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και πνίγουμε τα αποστεωμένα μας συναισθήματα στην ισοπέδωση των μικρών και των μεγάλων αξιών. Πως μπλεχτήκαμε σ΄αυτή την κενόδοξη τρικυμία ; Πως ξεστρατίσαμε απ΄το δρόμο της ανθρωπιάς ; Δεν είναι η ουσία της ζωής στη νεκρωμένη φαντασία στα παγερά, αδιάφορα προς τον διπλανό βλέμματα στις δηλητηριασμένες απ΄την καχυποψία σχέσεις και στα προσωπεία που παγιδεύουν την αλήθεια. Αντί, λοιπόν, να χανόμαστε ερευνώντας το σύμπαν ας καταδυθούμε πρώτα μέσα μας στα βάθη της ψυχής για να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, να επανέλθουμε. Να ζήσουμε την ομορφιά της κάθε στιγμής Τα απλά και τα καθημερινά κρύβουν τα μεγάλα, τα σημαντικά και τα αληθινά
Ζούμε άλογα, συναισθηματικά και παράλογα, αντί καρδιακά ανθρώπινα και υπέρλογα. Η καθημερινότητά μας καταδυναστεύεται απ΄το αδιάκοπο κυνήγι χρόνου, χρήματος και προσωρινών απολαύσεων, χωρίς δευτερόλεπτο αυτοπαρατήρησης. Σ΄αυτά αναζητούμε να καλύψουμε τα κενά μας, τις διαρκώς ογκούμενες ρωγμές του είναι μας, που οδηγούν αναπόφευκτα σε αδιέξοδα. Κι όλα αυτά επειδή απουσιάζει η αγάπη απ΄τη ζωή μας, απουσιάζει από μέσα μας. Ο ανώνυμος σεβάσμιος γέροντας, έλεγε: Γνώρισες τον εαυτό σου, βρήκες το Θεό σου. Είδες τον αδελφό σου, αντίκρισες το θεό σου. Αυτό, λοιπόν, χρειαζόμαστε. Την ενδοσκαφή για την ανακάλυψη της υπέρτατης αγάπης. Η μελέτη του μέσα μας κόσμου, η επιμελής αυτογνωσία θα μας οδηγήσει με ασφάλεια στην ήρεμη επίγνωση και η ζωή θα ανακτήσει το χαμένο της νόημα.
Σ'Αγαπω γιατί μου εκφράζεις ανοιχτά τα συναισθήματα σου. Σ'Αγαπω για όλη την υπέροχη σοφία που φέρνεις στη σχέση μας. Σ'Αγαπω για το συναίσθημα της παραδοχής που παίρνω όταν μου χαμογελάς. Σ'Αγαπώ για τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τον πόνο σου χωρίς να λυπάσαι τον εαυτό σου. Σ'Αγαπω γιατί αγαπάς αυτό που είσαι. Σ'Αγαπώ για την κατανόηση που δείχνεις σε όσους υποφέρουν. Σ'Αγαπώ γιατί χαίρεσαι μ'όσους χαίρονται. Σ'Αγαπώ όταν νιώθω ότι εισαι μόνος κι όταν κοιτάς το Θεό. Σ'Αγαπώ καθώς σε βλέπω ν'αντιμετωπίζεις τη ζωή με θάρρος και καρτερία. Σ'Αγαπώ όταν αντιλαμβάνεσαι και καταλαβαίνεις τις μελαγχολικές στιγμές μου. Σ'Αγαπώ για την αφοσίωση που μου δείχνεις όταν έχω ανάγκη την υποστήριξη σου. Σ'Αγαπώ για την προθυμία σου να με συγχωρείς όταν έχω κάνει λάθος. Σ'Αγαπώ για την σταθερότητα σου όταν εκνευρίζομαι. Σ'Αγαπώ που μου ζητάς συγνώμη όταν μ'έχεις πληγώσει. Σ'Αγαπώ για την ζεστασιά και την τρυφερότητα που μου δείχνεις. Σ'Αγαπώ γιατί είσαι ένα πνεύμα ελεύθερο και δέχεσαι τις αδυναμίες μου. Σ'Αγαπώ που φυλάς τα μυστικά που έκλεισα στην ψυχή σου. Σ'Αγαπώ που με κάνεις να αισθάνομαι σημαντική. Σ'Αγαπώ που μ'ακούς προσεκτικά όταν σου λέω ποιά είμαι. Σ'Αγαπώ όταν γελάς και εκφράζεσαι μ'ένα ζεστό άγγιγμα παραδοχής. Σ'Αγαπώ για την προθυμία σου να είσαι ο καλύτερος μου φίλος. Σ'Αγαπώ που μου δίνεις μια πρόγνωση της χαράς της αιωνιότητας.