Με συντροφιά ένα ποτήρι βαθυκόκκινο κρασί αψύ και μπρούσκο βαφτίστηκαν οι λέξεις της ψυχής στην κολυμπήθρα της αλήθειας και χώρεσαν σ'αυτό το βίντεο. Δεν έχω να θυμάμαι δεν έχω να ξεχνώ απο τότε που άνοιξα το κουτί της Πανδώρας και μοιραία έγινα συλλέκτης ματωμένων και πολύτιμων στιγμών. Έφτασα τόσο νωρίς στα όρια της σιωπής γιατί συνειδητά πόνταρα την ψυχή στις πιο δυνατές δοκιμασίες.Κι όμως..
Ακόμα δεν έμαθα ποιός πυροβόλησε τον Άδωνη και γέμισε ο κόσμος παπαρούνες.Παραδόξως σ'αυτο το κουτί που δεν έχω καν τη διάθεση να κλείσω αυτό που παραμένει αλώβητο δεν είναι η ελπίδα αλλά η γνώση κι η επίγνωση.Ότι δεν ζήτησα..και ότι πρόλαβα να δω στο φως μιας αστραπής.
Κι όπως σοφά γράφει ο Πάμπλο Νερούδα "Ποιός πλαγιάζει ή ξυπνάει Ζει ή πεθαίνει δεν ξέρω.. Μα είναι η καρδιά μας εκείνη που μοιράζει στο στήθος μας της χαραυγής τα δώρα."
Τρομαγμένες κραυγές αντηχούν κάπου γύρω μας κι είναι τόσο κοντά μας, άκου..! Eννιά μήνες θέλει να γεννηθεί μια νέα ζωή τρία δευτερόλεπτα να γεννηθεί ένας πόλεμος κι εσύ μέσα σ αυτόν, θύτης ή θύμα, διάλεξε και πάρε, δεν έχει τόση σημασία άλλωστε, εδώ οι λεπτομέρειες δεν καθορίζουν το αποτέλεσμα, φτάνει μονάχα να μην τελειώσουν οι «ιδέες» τους γιατί πειραματόζωα υπάρχουν πολλά.
Αλάτι.. Δίψα.. Ζωή..
Η γη είναι φτιαγμένη για να αντέχει, χάλυβας ανοξείδωτος τα σπλάχνα της. Κι αν μεγαλώνει κάθε μέρα η τρύπα στον ορίζοντα, δικιά μας είναι η γη και την κάνουμε ό,τι θέλουμε. Κι ο ήλιος κι ο ουρανός κι η θάλασσα.. εκατομμύρια έτη φωτός τα σύνορά μας. Κι αν κάθε μέρα χιλιάδες θάβουμε απ' την πείνα άψυχα σώματα, δικό μας είναι το σιτάρι και το κάνουμε ό,τι θέλουμε. Και τα δέντρα και το νερό και τα αμπέλια.. Μπορώ να βάλω ένα όριο στο άπειρο και τις ιδέες μου κι εκεί να ψάξω να βρω τις αιτίες μια σκέψη έκανα συγχωρήστε με!
Δε ξέρω αν φταίει ο «Θεός» ή η φύση. Μπορεί να φταίνε και τα δύο, μπορεί αυτές οι δύο έννοιες να είναι το ίδιο "πρόσωπο" και να μη το χω καταλάβει ακόμα, μπορεί. Μπορεί την ώρα που κάνω «λάθος» να νομίζω πως κάνω το σωστό, μπορεί Όμως σίγουρα δε θέλω να ακούω συμβουλές ΝΟΜΙΚΑ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΦΟΝΙΑΔΩΝ!!! Κείνο που θέλω, είναι να σταματήσει αυτή η κατρακύλα!!!!
Αλάτι.. Δίψα.. Ζωή..
Αλάτι ~ μια χούφτα θάλασσα στη μέση της ερήμου.. Δίψα ~ ένα ποτάμι παγωμένο στο κέντρο του ήλιου.. Ζωή ~ κρατώ ακόμα την ψυχή ενωμένη με το σώμα.. κι η ελπίδα μου χαμένη σ΄ ένα λαβύρινθο από «γιατί» ψάχνει να βρει διέξοδο. Δυο φεγγάρια πιο πέρα, πάνω σε μια πέτρα κάθεται ένα παιδί και κλαίει στάθηκε «τυχερό» ανάμεσα σε εκατομμύρια σπερματοζωάρια του ΄παν πως σε δέκα αιώνες θα γεννηθεί..
Αλάτι.. Δίψα.. Ζωή..
Αλάτι ~ το όνειρο που μένει κρεμασμένο στον κόρφο του.. Δίψα~ θέλω να του αλλάξω την επιγραφή.. Ζωή ~ λιγότερο να κλαις.
Δεν θέλω και δεν θα γυρίσω πια ποτέ ξανά κοντά σου γιατί κανένα Tέλος δεν εξιλεώνει την Aρχή...
Και κάτι λίγο απο Κώστα Χρονόπουλο μήπως και καταλάβεις πως αυτή τη φορά η άρνηση δεν είναι η μητέρα της κατάφασης αλλά η αδιαπραγμάτευτη επιθυμία μου να κοιτώ τον προσωπικό μου Ουρανό και ν'αντικρύζω α σ τ έ ρ ι α.! Οκ.;
H Ζωή σου είναι χορηγημένη. Πόσο κόστισε αυτή η χορηγία;
Πόσα αρπακτικά χωράνε στη μιζέρια ενός μικρού τόπου;Σε τι τιμή πουλιέται η επιθυμία..; Τα πράγματα ξεγίνονται..;
Oυρλιάζεις απο μέσα; To Συνήθισες..; όταν στον Ουρανό της Ζωής αστράφτουν υπέροχα σημάδια έχεις τα μάτια να το δείς ή εν υπνώσει το προσπερνάς;
Ποιός ποινικοποίησε το αναβλύζον θέλω;
Mια στιγμή μπορεί να σου κάψει την ψυχή.Μια μελωδία μπορεί να την αναστήσει;
H πόλη μόνο σε μένα φαίνεται πιο κατανοητή όταν γεμίζει απ'την ανθρώπινη αδυναμία;
Σε ποιό σκοτεινό υπόγειο ανταλλακτήριο της ψυχής τα όνειρα γίνονται εφιάλτες; Aπέμεινε κανένα αλώβητο όνειρο; Θα καταφέρουν να ποδοπατήσουν το παραμύθι μου οι κυνικοί;
Tι σου ψιθυρίζει η συνείδηση όταν δεν είναι κανένας άλλος εκεί ν'ακούσει;
"Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική" και την ψυχή καθάρια.Ότι με πόνεσε πολύ πήρε το δρόμο της συγχώρεσης μα και της λήθης μέσα απο μικρές λεπτές στιγμές εκφρασμένες με ποίηση σ'αυτο εδω το ιστολόγιο. Η ερημιά της ερημίας μου δεν ζητιανεύει τη χαρά, και οι μικροί πικροί προσωπικοί μου θάνατοι αυτοί με οδηγούν στο φώς. Δεν διαπραγματεύομαι τα απότομα σκαλιά που συναντώ..απλά τα ανεβαίνω.Κάθε σκαλί και μια απώλεια.Ψυχές που πατάνε στο εσύ για ν'ανυψώσουν το λειψό Εγώ τους μοιραία δεν μπορούν ν'ακολουθήσουν. Αγαπώ τις σιωπές μου..γελώ συχνά με τον εαυτό μου κι αυτοσαρκαζόμενη ξεδιψώ μόνο με ΛέξειςΞεχασμένες όπου και αν τις συναντώ.Λέξεις ΠολύτιμεςΛέξεις Παράθυρα Λέξεις ΚαρφιάΛέξεις Δυσεύρετες Λέξεις ΠανάκριβεςΛέξεις Πετάγματα Λέξεις ΧαμόγελαΛέξεις Ανάσες Λέξεις Ψυχής. Κι όπως λέει ο Χρήστος Λορέντζος ΑΡΝΟΥΜΑΙ να χορτάσω.! Να μοιραστώ Και να πεινάω πάντα Για ότι ελευθερώνει Και να ταίζω θέλω Πεινασμένα περιστέρια απο το πιάτο μου.
Γιατί κι εμείς, ανέστιοι οφείλουμε Να περιθάλψουμε τόση θλίψη Απ'το υστέρημα της καρδιάς μας Έτσι,για να κρατάμε ζωντανή την αλήθεια της ελεύθερης βούλησης μας.
Μια φορά και ένα καιρό ...Όπως λεν στα παραμύθια ...
Ζούσε ένα κοριτσάκι που δεν το έλεγαν ... δηλαδή δεν είχε όνομα, γιατί για να έχεις όνομα πρέπει κάποιος να στο δώσει. Μπορεί να μην είχε όνομα μα είχε δυο πανέμορφα πράσινα μάτια, μακριά καστανά μαλλιά, και κατακόκκινα μαγουλάκια. Αυτό το κοριτσάκι ζούσε κάτω από ένα τεράστιο καταπράσινο δέντρο, που κι αυτό βρισκόταν κάτω από ένα καταγάλανο ουρανό. Και όταν αυτός ο ουρανός θύμωνε ή λυπόταν
γι αυτά που έβλεπε από κει ψηλά ... έβρεχε. Τότε το κοριτσάκι έμπαινε στη κουφάλα του δέντρου που είχε γίνει από τα πολλά πολλά χρόνια που το δέντρο ζούσε στο λιβάδι. Το κοριτσάκι ποτέ στη ζωή του δεν είχε νοιώσει μοναξιά γιατί είχε σπουδαίους φίλους, πιστούς συντρόφους, τα ζώα και τα πουλιά του δάσους.
Κάποιες φορές μονάχα λίγο στεναχωριόταν γιατί δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας άλλος σαν κι αυτή ... Όλοι οι φίλοι της ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους μα ο κος σκίουρος για παράδειγμα που ήταν μάλλον ο καλύτερος φίλος της είχε γύρω στα 20 αδέλφια 40 ξαδέλφια για να μη πούμε για τους πιο μακρινούς συγγενείς. Και το ίδιο συνέβαινε με τη κα αλεπού, με το κο λύκο, το γρήγορο ελάφι, με όλους. Αυτή γιατί ήταν μοναδική; Μόνο αυτό αναρωτιόταν και λίγο στεναχωριόταν μα μην φανταστείτε ότι δεν περνούσε καλά. Ήταν πολύ χαρούμενη η ζωή στο λιβάδι.
Μια μέρα έπαιζε με τον κο σκίουρο το παιχνίδι «ποιος θα μαζέψει τα πιο πολλά φουντούκια χωρίς να του τα κλέψει ο άλλος» και ήταν πολύ χαρούμενη αν και πάντα μα πάντα έχανε σ'αυτό το παιχνίδι, γιατί ο κος σκίουρος είχε τρομερή αδυναμία στα φουντούκια και κατάφερνε να τρυπώνει κρυφά στις τσέπες της και να της τα κλέβει. Εκείνη ακριβώς την ώρα που έπιανε ένα φουντούκι εμφανίστηκε ...η νεράιδα. Την ήξερε την κα νεράιδα. Ήταν κι αυτή ξεχωριστή γιατί είχε φτερα Και πετούσε και μπορούσε να εμφανίζεται όποτε ήθελε και μετά ... τσουπ να εξαφανίζεται μέχρι να πεις κύμινο. Για να μη σας τα πολυλογώ η νεράιδα της είπε ότι αν περάσει το βουνό που ήταν πίσω από το σπίτι του κου σκίουρου θα έβρισκε ένα ποτάμι. Στην απέναντι όχθη εκείνου του ποταμού, αν βέβαια τα κατάφερνε να φτάσει μέχρι εκεί, τότε θα συναντούσε κάποιους που είναι το ίδιο ξεχωριστοί με κείνη. Ξέχασα να σας πω ότι το κοριτσάκι πολλές φορές είχε ρωτήσει τη κα νεράιδα γιατί δεν είχε κανένα άλλο σαν κι αυτή ένα ολόκληρο τεράστιο λιβάδι. Και να που εκείνη τη μέρα η νεράιδα της έκανε επιτέλους τη χάρη να της πει πως θα πάει να συναντήσει κι άλλους φίλους. Λίγο πριν εξαφανιστεί, την κοίταξε και της είπε: εσένα κοριτσάκι με τα πράσινα μάτια, με τα καστανά μαλλιά και τα κόκκινα μαγουλάκια θα σου δώσω ένα όνομα να σου ταιριάζει... χμ ... το βρήκα. ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗ. Και εξαφανίστηκε.
Λίγες μέρες μετά η Χρωματιστή ξεκίνησε να περάσει το βουνό να περάσει και το ποτάμι. Ο κος σκίουρος, ο κος λύκος, και το γεράκι θέλανε οπωσδήποτε να πάνε μαζί της. Πάλι ξέχασα να σας πω ότι την Χρωματιστή τα πουλιά και τα ζώα του λιβαδιού πολύ την αγαπούσαν. Ξεκίνησαν λοιπόν και πέρασαν το βουνό, όχι βέβαια με ευκολία γιατί πρέπει να ξέρετε ότι να περάσεις ένα βουνό, να το ανέβεις και να το κατέβεις δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πανδύσκολο ήταν μα τα κατάφεραν και είδαν από μακριά το ποτάμι. Όταν πλησίασαν στην όχθη του δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ενώ από τη μία πλευρά, από κείνη που στέκονταν όλα ήταν φυσιολογικά, από την άλλη, όπου έφτανε το μάτι τους ήταν γκρί. Ναι όπως σας το λέω. Όλα γκρίζα. Δηλαδή, γκρι τα σύννεφα, γκρι ο ουρανός, γκρι το χώμα, γκρι τα δέντρα, οι κορμοί τα φύλλα και οι καρποί τους, γκρι όλα τα ζώα, οι σκίουροι τα λιοντάρια οι λύκοι, γκρι όλα τα πουλιά.
Η Χρωματιστή και οι φίλοι της έμειναν άφωνοι αν και καθένας προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπαν. Μάλιστα ο κος σκίουρος έπαθε τέτοιο σοκ που για μια στιγμή πίστεψε ότι τιμωρήθηκε από το θεό, που έκλεβε τη Χρωματιστή στα παιχνίδια και πάθανε κάτι τα μάτια του. Γι αυτό ήταν ο πρώτος που μίλησε μάλλον ψέλλισε . Συγνώμη συγνώμη Χρωματιστή δεν θα σε ξανακλέψω ποτέ. Κάθισαν στην όχθη του ποταμού και συζήτησαν αυτό που βλέπανε και τι θα κάνουνε. Τα ζώα φοβόταν πολύ και δεν είχαν καμία μα καμία όρεξη να περάσουν από την άλλη πλευρά. Και η Χρωματιστή για να πούμε την αλήθεια, φοβόταν ίσως και περισσότερο απ' όλους μα ήθελε τόσο πολύ να βρει εκείνους τους άλλους που ήταν το ίδιο ξεχωριστοί με κείνη.
Ένας τρόπος μονάχα υπήρχε. Να περάσει στην άλλη όχθη του ποταμού. Τι να κάνουν και τα ζώα; να την αφήσουν μόνη; Τέτοια πράγματα δεν τα κάνουν οι φίλοι και τα ζώα το ξέρουν αυτό. Έτσι με κρύα καρδιά ξεκίνησαν να περάσουν το ποτάμι που γινόταν ολοένα και πιο άσπρο όσο πλησίαζαν από την άλλη πλευρά. Όταν πια έφτασαν κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν γιατί όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα. Με τα χρώματα που είχαν πάνω τους ομόρφυναν λίγο την εικόνα. Ένοιωθαν τόσο πολύ κουρασμένοι που κάθισαν κάτω από ένα κάτασπρο δέντρο πάνω στο άσπρο γρασίδι, αμίλητοι να ξεκουραστούν λιγάκι. Γρήγορα τους πήρε ο ύπνος. Και ξέρετε στα παραμύθια μα και στην αληθινή ζωή, καμιά φορά, όταν σε παίρνει ο ύπνος γίνονται τα πιο σημαντικά. Μα και τι να κάνεις; να είσαι συνέχεια ξύπνιος; Ειδικά όταν έχεις περάσει ένα ολόκληρο βουνό και μετά αμέσως ένα ποτάμι που είναι τι μισό κανονικό και το άλλο μισό λες και κάποιος του έκλεψε όλα τα χρώματα.
Έτσι λοιπόν μόλις τους πήρε ο ύπνος, τσουπ, εμφανίστηκαν εκείνα τα πλάσματα που είχε πει η νεράιδα. Το γεράκι όμως άκουσε τα βήματα και έβαλε κάτι φωνές που ξύπνησαν όλοι στο λεπτό. Τα ζώα ...; όπου φύγει φύγει. Πήραν τέτοια τρομάρα που πέρασαν στο λεπτό από την άλλη όχθη. Άνοιξε και η Χρωματιστή τα μάτια της και πετάχτηκε πάνω βλέποντας όλα εκείνα τα πλάσματα που την κοίταζαν με απορία αλλά και αγριεμένα. Στ' αλήθεια της έμοιαζαν πολύ, μα και δεν της έμοιαζαν καθόλου. Αυτά είχαν γκρίζα μαλλιά γκρίζα μάτια γκρίζο δέρμα. Και τότε η Χρωματιστή, που είχε μείνει και μόνη της μα αυτό δεν το είχε ακόμα καταλάβει, σκέφτηκε με λύπη ότι μάλλον έκανε τσάμπα τόσο κόπο και αυτή και οι φίλοι της.
Γιατί εντάξει ούτε οι λύκοι μοιάζουν μεταξύ τους ούτε οι ελέφαντες, ούτε οι σκίουροι, μα αυτό που έβλεπε γύρω της ήταν όλα μα όλα ολόιδια και χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί ένοιωσε μια θλίψη πιο μεγάλη και από τη τρομάρα που είχε πάρει. Τα γκρίζα ανθρωπάκια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ένα απ αυτά τη πλησίασε και της μίλησε με άγρια φωνή.
Ποια είσαι; και γιατί είσαι έτσι. Η Χρωματιστή ήξερε βέβαια ποια ήταν μα δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως θα απαντούσε στην ερώτηση γιατί ήταν έτσι ... είμαι η Χρωματιστή, είπε, και φαντάζομαι πως έτσι γεννήθηκα.
Τότε ακριβώς την πήρε το παράπονο και άρχισε να κλαίει. Για να καταλάβετε τώρα έβαλε τα κλάματα, όχι όπως τα βάζουμε εμείς όταν δεν μας παίρνουν καινούριο ποδήλατο, δηλαδή που πιο πολύ φωνάζουμε, γκρινιάζουμε και λίγο κλαίμε .... Αλλά με κείνο τον άλλο τρόπο, που εγώ προσωπικά ποτέ δεν έχω κλάψει. Με κείνο τον τρόπο που επειδή πονάς πολύ τρέχουν τα μάτια σου και δεν μπορείς να τα σταματήσεις.
Τότε το πλάσμα της φώναξε: τι είναι αυτό που βγαίνει από τα μάτια σου πέφτει κάτω; Καλά δεν ήξεραν ούτε τα δάκρυα; Πριν ξαναφωνάξει το αγριεμένα πια γκρίζο πλάσμα, ψέλλισε: δάκρυα. Κλαίω γιατί.. φοβάμαι λίγο ...
Τότε και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι μιλούσαν την ίδια γλώσσα και σταμάτησε να κλαίει γιατί λίγο λίγο χάρηκε. Δεν πρόλαβε όμως για πολύ να χαρεί γιατί το πλάσμα της φώναξε πιο αγριεμένο από ποτέ: Αυτά είναι δάκρυα; Πώς να του εξηγήσει η Χρωματιστή.
Γιατί κανένα άλλο πλάσμα που ήξερε μέχρι εκείνη τη στιγμή της ζωής της δεν είχε δάκρυα. Όλα βέβαια είχαν κανονικά μάτια, αλλά με έναν περίεργο τρόπο ήταν εντελώς χωρίς δάκρυα. Ακόμα κι όταν πονούσαν ή ήταν πολύ μα πάρα πολύ θλιμμένα. Μούγκριζαν, χτυπιόταν, κυλιόταν στο χώμα ή ακόμα έφευγαν και έλειπαν μέρες από το λιβάδι μα η Χρωματιστή δάκρυα δεν είχε δει ποτέ. Έτσι λοιπόν πολύ γρήγορα είπε: ναι, ναι δάκρυα είναι, μα εμένα δε με νοιάζει αν εσείς μουγκρίζετε ή κάνετε κάτι άλλο. Εγώ ήθελα μονάχα να μιλήσω λίγο ή να παίξω αν θέλετε.
Τόσα μαζεμένα, ξαφνιασμένα γκρίζα ανθρωπάκια δε θα ξαναδεί ποτέ κανείς πουθενά όσα χρόνια κι αν περάσουν. Άκου να σου πω της είπε εκείνο το πλάσμα, εμείς εδώ όταν κουραστούμε από τη ζωή μας, κλαίμε για να βάλουμε λίγο χρώμα στον κόσμο μας. Δε θα μας τα αλλάξεις εσύ όλα τώρα με αυτά τα ηλίθια, άχρωμα δάκρυά σου. Και τότε έγινε κάτι φοβερό. Πιο φοβερό και από εκείνον τον γκρίζο κόσμο. Ένα γκρίζο πλάσμα μόλις είχε φτάσει και έσπρωξε τους άλλους και βγήκε μπροστά στη Χρωματιστή γιατί ήθελε να δει τι συμβαίνει.
Αυτό το γκρι πλάσμα κρατούσε στην αγκαλιά του ένα άλλο επίσης γκρίζο, μικρό μικρό πλασματάκι. Αυτό το μικρό μόλις είδε τη Χρωματιστή με τα ξανθά μαλλιά, τα πράσινα μάτια και τα κατακόκκινα μαγουλάκια, άρχισε να κλαίει. Ξέρετε, εκείνο το κλάμα που βάζουν τα δικά μας παιδιά όταν κάτι τα τρομάξει πολύ. Μα το φοβερό δεν ήταν ότι είχε τρομάξει. Αυτό ήταν φυσιολογικότατο, γιατί η Χρωματιστή για εκείνο τον κόσμο ήταν σαν αυτό που λέμε «σαν τη μύγα μες το γάλα». Το άσπρο γάλα όχι το σοκολατούχο.
Το φοβερό λοιπόν, ήταν ότι τα δάκρυα, ή αυτό τέλος πάντων που έβγαινε από τα ματάκια εκείνου του γκρίζου μικρού πλάσματος ήταν ένα κατάμαυρο υγρό. Ένα κατάμαυρο υγρό που έπεφτε στην γκρίζα γη και σχημάτιζε πολύ όμορφα σχήματα. Για να μη σας πως πόσο πολύ πήγαινε στα μαγουλάκια που έτρεχε και πάνω στα χέρια της μαμάς του που έπεφτε. Και τότε η Χρωματιστή χαμογέλασε. Δεν της φαινόταν πια τόσο τρομαχτικοί. Τους κοίταξε με αγάπη μα δεν μπορώ να πω ότι και αυτοί της κοιτούσαν το ίδιο.
Σιγά σιγά όμως το βλέμμα τους γινόταν ολοένα και λιγότερο κακό, ολοένα και περισσότερο περίεργο. Κάποια ανθρωπάκια ήθελαν να αγγίξουν τα μαλλιά της, το δέρμα της, τα δάκρυά της. Και εκείνη ήθελε. Κι έτσι, χωρίς να μιλάνε, σιγά σιγά ήρθαν πιο κοντά. Και τότε έγινε το δεύτερο φοβερό και ακούστε το με προσοχή για δύο λόγους. Πρώτον γιατί δεν έγινε τίποτα άλλο φοβερό και δεύτερο γιατί η ιστορία τελειώνει κάπου εδώ.
Κάθε ανθρωπάκι γκρίζο που την άγγιζε στα μαλλιά ή στο δέρμα ξαφνικά, όπως σας στο λέω, και χωρίς να υπάρχει καμία μα καμία απολύτως εξήγηση, μέσα ή έξω από τα παραμύθια, γινόταν έγχρωμο. Άλλο αποκτούσε μπλε μάτια, άλλο πράσινα, άλλο καφέ, άλλο μαύρα. Άλλο αποκτούσε ξανθά μαλλιά, άλλο μαύρα, άλλο κόκκινα. Ένα μάλιστα, αν μου είπαν αλήθεια, γιατί αυτήν την ιστορία μου την είπε ένας γνωστός μου, που είχε φίλο το γεράκι, όλη αυτήν την ώρα πετούσε ψηλά και τα έβλεπε όλα με ασφάλεια.
Ένας λοιπόν έβγαλε πράσινα, καταπράσινα μαλλιά. Άλλος απέκτησε άσπρο δέρμα, άλλος έγινε λίγο πιο σκούρος, άλλος πιο καφετί και άλλος ένα χρώμα που ήταν όπως τα δάκρυά τους. Και λέω ήταν τα δάκρυά τους γιατί τα ανθρωπάκια κλάψανε από τη χαρά τους με τόσο χρώμα που ξαφνικά μπήκε στη ζωή τους, μα τα δάκρυά τους δεν ήταν πια μαύρα. Ήταν πως το λένε αυτό που δεν έχει χρώμα καθόλου; ...τέτοια. Και μόλις εκείνα τα καινούρια δάκρυα έπεσαν στη γη, έγινε η συνέχεια του δεύτερου φοβερού πράγματος. Το χώμα έγινε καφέ. Ξέρετε τι καφέ εννοώ. Το κανονικό καφέ που έχει το χώμα. Το γρασίδι πράσινο. Και ό,τι ήταν γύρω γύρω, όσο έφτανε το μάτι σου, το χρώμα που έπρεπε να έχει.
Ο ουρανός έγινε μπλε. Το ποτάμι ξαναπήρε τα χρώματά του. Όλα είχαν χρώμα στη ζωή τους. Τότε για πρώτη φορά, εκείνα τα πλάσματα χαμογέλασαν. Μετά για να σας πω την αλήθεια, έστησαν ένα τρικούβερτο γλέντι που δεν έλειπε κανείς γιατί το γεράκι από ψηλά είδε τι έγινε, πέταξε και ειδοποίησε τα άλλα ζώα πώς τίποτε δεν ήταν πια τρομακτικό στην άλλη όχθη. Έτσι όλα τα ζώα έτρεξαν να συναντήσουν ξανά τη Χρωματιστή. Στο γλέντι δε θα σας πω τι έγινε, γιατί πολλοί θα ζηλέψετε που δεν ήσασταν κι εσείς εκεί. Όλο το βράδυ η Χρωματιστή κρατούσε στην αγκαλιά της εκείνο το μικρούλι που μόλις την είδε έβαλε τα κλάματα, θυμάστε; Τώρα χαμογελούσε ευτυχισμένο και κοιτούσε με απορία πότε πότε το κατάμαυρο χεράκι του. Καθώς ο ήλιος έδυε και όλα έπεφταν στην σκοτεινιά της νύχτας νομίζω πως δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένος τόπος πουθενά.
Αν τώρα κι εσείς θέλετε να πάτε εκεί, δεν ξέρω καν αν μπορείτε. Πρέπει ίσως πολύ να ψάξετε. Πρέπει ίσως πολύ να κοπιάσετε. Και πού να βρείτε εκείνο το βουνό; Και πού να βρείτε εκείνο το ποτάμι; Ή μήπως είστε ήδη εκεί;
«Μια διαφορετική ιστορία» Παραμύθι που δραματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Εσύ όπως κι εγώ: εξερευνώντας τη διαφορετικότητα μέσα από το θέατρο» Γυμνάσιο Μελεσών Κρήτης 2007-2008 Υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί: Ειρήνη Αποστολάκη
Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο. Πάρε μαζί σου τον έρωτα κι εκείνα τα όνειρα έλα στην κάτω γειτονιά και πες: κορώνα γράμματα εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς. Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό για πάντα πέφτει ο καρπός απ' το δέντρο. Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος να τραβήξεις. Ότι να σε καλέσει δεν είναι για επιστροφή τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός είναι μες στο παιχνίδι. Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν σφάξε τη μια ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη. Κορώνα γράμματα να παίξεις τις ώρες και τα χρόνια μόνος με τον έρημο αντίπαλο.
Κάποτε έρχεται η μέρα που φαίνεται ανοιχτός ο δρόμος Κάνεις το βήμα πας πιο πέρα κι εκεί που φτάνεις είσαι ακόμα πιο μόνος
Κάποτε έρχετ' ένα τραίνο Και λες αυτό επιτέλους ήρθε για μένα Μα το εισιτήριο ειναι κομμένο Τι ξέρεις άλλωστε εσύ απο τραίνα
Κι έτσι ανοίγει μπροστά σου η αυλαία να βγείς στον κόσμο ακροβάτης και μες τον κόσμο ψάχνεις υποβολέα για να σου πει πως να ξεχάσεις τ' ονομά της
Ποιός μπορεί τελικά να σου πει το σχοινί που πατάς αν κρατάει Ποιός θα μπει στη ψυχή σου να δει να σου πει μια ψυχή πότε σπάει Ποιός μπορεί μες τον πόνο να μπει να σου πει τι ειν' αυτό που πονάει Ποιός θα κάτσει ως το τέλος να δει αν όπως λεν' ο τελευταίος γελάει πιο καλά.
Ότι ήτανε να δω το είδα έγινε οτι ήταν να γίνει μπορεί να είχαμε μια ελπίδα Τώρα για πάντα ελπίδα θα μείνει.